αἰνίσσεται

αἰνίσσεται
αἰνίσσομαι
speakdarkly
pres ind mp 3rd sg
αἰνίζομαι
aor subj mp 3rd sg (epic)
αἰνίζομαι
fut ind mp 3rd sg (epic)
αἰνίζω
aor subj mid 3rd sg (epic)
αἰνίζω
fut ind mid 3rd sg (epic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • αινίσσομαι — αἰνίσσομαι και αττ. αἰνίττομαι (Α) 1. μιλώ με γρίφους, αινιγματικά 2. υπαινίσσομαι, υπονοώ, υποδηλώνω 3. εικάζω, υποθέτω, σχηματίζω στον νου μου την εικόνα ενός πράγματος 4. (με παθ. σημ.) δηλώνομαι με ασάφεια, σκοτεινά 5. φρ. «αἰνίσσομαι εἴς… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”